2012-12-20 07:11:43
Φωτογραφία για Η Θεσσαλονίκη και η Βαλκανική ενδοχώρα 100 χρόνια μετά
  "Τα Βαλκάνια έχουν στρατηγική σημασία για τους ιθύνοντες της Τουρκίας, οι οποίοι διακατέχονται από τις ιδέες του Νεοθωμανισμού. Μετά την άνοδό της στην εξουσία, το 2002, η νέα ηγεσία της Τουρκίας αποπειράθηκε να ακολουθήσει μία πιο δραστήρια πολιτική στη διεθνή σκηνή. Η πολιτική αυτή βασιζόταν στην παραδοχή ότι οι προηγούμενες τουρκικές κυβερνήσεις είχαν εμπλακεί σε περιφερειακούς αναβρασμούς εθνικού χαρακτήρα οι οποίοι αποτελούσαν τροχοπέδη στην ανάδειξη της Τουρκίας ως μεγάλης δύναμης".

   Τις παραπάνω θέσεις διατύπωσε ο Νικόλαος Ραπτόπουλος, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στην Τουρκία και στη Μέση Ανατολή στο Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας μιλώντας για τη στρατηγική σημασία των Βαλκανίων υπό το φως του Νεοθωμανισμού και την πρόσληψη των Βαλκανικών Πολέμων από την ηγεσία της τουρκικής διπλωματίας στην επιστημονική συνάντηση με θέμα "Η Θεσσαλονίκη και η Βαλκανική ενδοχώρα 100 χρόνια μετά" που διοργάνωσαν το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών "Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος" με την υποστήριξη του Δήμου Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.


   "Ο ακαδημαϊκός και υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι η εν λόγω κατάσταση θα μπορούσε να αντιστραφεί αν η Τουρκία ακολουθούσε μία πολιτική μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές της η οποία στην ουσία πρότεινε την αποσιώπηση ή επίλυση των διμερών διαφορών" επισήμανε.

   Σύμφωνα με τον κ. Ραπτόπουλο, ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Αχμέτ Νταβούτογλου στην ανάγκη ενίσχυσης του βασικού ιστορικού πολιτισμικού δεσμού με τους φυσικούς συμμάχους, όπως αποκαλεί τους Βόσνιους και τους Αλβανούς . "Τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας τη θεωρεί ένα πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό προκεχωρημένο φυλάκιο το οποίο εκτείνεται στα ενδότερα της κεντρικής Ευρώπης" είπε προσθέτοντας ότι διακρίνει την ανάγκη υιοθέτησης εναλλακτικών πολιτικών προς την περιοχή αυτή, καθώς σύμφωνα με τον κ. Νταβούτογλου η ζώνη βορειοδυτικά και μέσω του άξονα Μπίχατς, κεντρική Βοσνία, ανατολική Βοσνία, Σαντζάκ, Κοσσυφοπέδιο, Αλβανία, Σκόπια, δυτική Θράκη καταλήγει στην ανατολική Θράκη και έχει από την σκοπιά της Τουρκίας το χαρακτήρα ζωτικής αρτηρίας για τη βαλκανική γεωπολιτική και τον ίδιο πολιτισμό της.

   "Ο Νταβούτογλου προτείνει την ισχυροποίηση της Αλβανίας και της Βοσνίας και του Κοσόβου και τη δημιουργία διεθνούς νομικού πλαισίου που θα θέσει υπό την προστασία του τις εθνικές μειονότητες της περιοχής. Η χρησιμότητα του δεύτερου στόχου της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι ότι στο νομικό αυτό πλαίσιο η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει συνεχώς την εξασφάλιση εγγυήσεων που θα τις παρέχουν το δικαίωμα παρέμβασης στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων" είπε.

   Ο κ. Ραπτόπουλος τόνισε ότι η τουρκική ηγεσία έχει απόλυτη συνείδηση της σημασίας των Βαλκανικών Πολέμων, για τους λαούς που συμμετείχαν σε αυτούς. "Με δεδομένο ότι η Τουρκία είναι η σημαντικότερη κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον της οποίας διεξήχθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι είναι ηλίου φαεινότερο ότι η τουρκική διπλωματία προσέφυγε στη διοργάνωση επετειακών ημερίδων σε βαλκανικά κράτη για να περιορίσει τις δυσμενείς εντυπώσεις από την αναπτέρωση του ηθικού των γειτόνων της. Μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι η εν λόγω πολιτική σχεδιάστηκε εκτός των άλλων και για να μην αναγκαστεί να αντιμετωπίσει ξανά η Τουρκία τη στρατιωτική ήττα, το διασυρμό που υπέστη η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους αλλά και την απώλεια σημαντικών πόλεων, όπως η Θεσσαλονίκη 100 χρόνια από την απελευθέρωση της οποίας γιορτάσαμε φέτος" σημείωσε.

   Την κατάσταση στην αλβανική ιστοριογραφία σχετικά με τους Βαλκανικούς Πολέμους αποτύπωσε ο Ηλίας Σκουλίδας, επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο ΤΕΙ Ηπείρου, τονίζοντας ότι στόχος του ήταν επίσης να διαπιστώσει πιθανές συνέχειες ή ασυνέχειες των λόγων και να ερμηνεύσει το σχετικό πλαίσιο.

   "Η αλβανική ιστοριογραφία και στο ζήτημα των Βαλκανικών Πολέμων καλείται να τοποθετηθεί στην πρόκληση της εποχής της. Από τη μία έρχεται σε επαφή με νέα ιστοριογραφικά ρεύματα, με νέα αυτοτελή πεδία σπουδών και από την άλλη έχει να διαχειριστεί την παραγωγή εθνικής ιστοριογραφίας ως απότοκο των νέων εθνικισμών, οι οποίοι αναδείχθηκαν στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

    Έχουμε να κάνουμε με βιβλιογραφική παραγωγή εντός της Αλβανίας αλλά και από εκπροσώπους της αλβανικής διασποράς με ακαδημαϊκά προσόντα, οι οποίοι εκφέρουν το δικό τους λόγο με τα δικά τους μεθοδολογικά και ιδεολογικά εφόδια" τόνισε.

   Ο κ. Σκουλίδας σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της έρευνάς του δεν στάθηκε δυνατή η εύρεση κάποιας μονογραφίας ή επιστημονικού άρθρου που να πραγματεύονται αποκλειστικά τη στάση των Αλβανών κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, αντίθετα ο λόγος εστιάζεται στην ανακήρυξη της αλβανικής ανεξαρτησίας, η οποία συνέβη κατά τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και στη σταδιακή συγκρότηση του αλβανικού κράτους.

   "Οι κυρίαρχες απόψεις για τους Αλβανούς κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων είναι η παραδοσιακή πρόσληψη, η οποία θεωρεί ότι η ίδρυση του αλβανικού κράτους είναι αποτέλεσμα των συγκεκριμένων πολέμων και δεύτερη και νεότερη πρόσληψη κάνει λόγο για τη συμβολή των Αλβανών στους Βαλκανικούς Πολέμους διατυπώνοντας το επιχείρημα ότι οι αλβανικές εξεγέρσεις, οι οποίες είχαν προηγηθεί κατά τα έτη 1909, 1910, 1911 και 1912 είχαν συμβάλει στην επιτυχία των άλλων βαλκανικών κρατών" εξήγησε.

   Αναφερόμενος στη σοσιαλιστική περίοδο τόνισε ότι είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι στο Αλβανικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό που εκδίδεται το 1985 από την Ακαδημία Επιστημών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας - εφ΄όσον δεν πρόκειται για λάθος - υπάρχει λήμμα μόνον για τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο.

   "Την περίοδο της πολιτικής μεταπολίτευσης της δεκαετίας του 1990 στην ακαδημαϊκή ιστοριογραφία οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αποτιμώνται με όρους που υπήρχαν και την προηγούμενη περίοδο συνεχίζοντας την αναφορά στο Αλβανικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό διακρίνεται μία πρώτη ασυνέχεια. Εκτός των νέων τυπικών χαρακτηριστικών έκδοση της Ακαδημίας Επιστημών της Αλβανίας το 2008 υπάρχουν και οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι σε κοινό λήμμα. Εξακολουθούν και υπάρχουν στοιχεία από την προηγούμενη περίοδο, όμως ο εμπλουτισμός του λήμματος αναφέρεται σε αλβανικά εδάφη στη Γιουγκοσλαβία καθώς και στη Μακεδονία" τόνισε.

   Για τη μετάβαση από τον πολυεθνικό χαρακτήρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον εθνικό των βαλκανικών κρατών μίλησε ο Λουκιανός Χασιώτης, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων στο ΑΠΘ.

   Τη χαρακτήρισε μία διαδικασία δραματική που συμπεριελάμβανε όχι απλώς εθνοτικές συγκρούσεις, αλλά και εθνοκάθαρση, διακρίσεις σε βάρος μειονοτικών εθνικών ομάδων, ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, ιδεολογικές διαμάχες και νέες πολιτικές ισορροπίες, οι οποίες ανατράπηκαν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν τους Βαλκανικούς Πολέμους.

   "Τα εθνικά βαλκανικά κράτη που διαδέχθηκαν τους Οθωμανούς στην περιοχή φάνηκαν ανέτοιμα να διαχειριστούν και να αντιμετωπίσουν τις ιδιαιτερότητες των νέων χωρών τους ενώ ταυτόχρονα η συνέχιση των παρεμβάσεων των μεγάλων δυνάμεων δυσχέρανε ακόμη περισσότερο το έργο τους. Τα προβλήματα διοίκησης και οι αυθαιρεσίες κρατικών υπαλλήλων, η δημιουργία του μακεδονικού μετώπου και οι ξένες προπαγάνδες που συνόδευσαν την παρουσία των στρατευμάτων της Αντάτν και της Βουλγαρίας είχαν ως συνέπεια τη διατήρηση της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή μέχρι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά χρειάστηκε ακόμη ένας πόλεμος, ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος και μία νέα" τόνισε ο κ. Χασιώτης.

   Στο ζήτημα της Θεσσαλονίκης ως αιτία της ελληνοβουλγαρικής διένεξης (1912) και ως παράγοντα της ελληνοσερβικής προσέγγισης και στο ρόλο της πόλης στη γιουγκοσλαβική βαλκανική του Μεσοπολέμου αναφέρθηκε ο Σπύρος Σφέτας, αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο ΑΠΘ.

   "Το γεγονός ότι η πόλη δεν βρήκε τη σημασία που θα έπρεπε να έχει είναι συνάρτηση των γεωπολιτικών δεδομένων του μεσοπολέμου, της ανασφάλειας, της αποκοπής μας από τη βαλκανική ενδοχώρα λόγω της κομμουνιστικής περιόδου, αλλά μετά το 1991 λόγω και της δικής μας νωχέλειας και του αθηναϊκού υδροκέφαλου" επισήμανε.

   Ο κ. Σφέτας τόνισε ότι η Θεσσαλονίκη έμπαινε πάντα στις διεκδικήσεις και της Ελλάδας και της Βουλγαρίας και ότι όλες οι διαπραγματεύσεις που είχε διεξαγάγει το ελληνικό κράτος με τη Βουλγαρία τέλη 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα δεν είχαν καταλήξει σε καμία συμφωνία διότι δεν μπορούσε να επέλθει μία κοινή γραμμή σχετικά με την οριοθέτηση των σφαιρών επιρροής στη Μακεδονία, δηλαδή πού ήταν η σλαβική ζώνη, πού ήταν η ελληνική ζώνη.

   Σημείωσε ότι όταν η Ελλάδα, το 1911 - 12, άρχισε την προσέγγιση με τη Βουλγαρία ήταν φυσικό αυτές οι διαφωνίες πολλών ετών να μην μπορούν να αρθούν μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Η προσέγγιση με τη Βουλγαρία είχε και ορισμένες ψυχολογικές διαστάσεις, τόνισε υπογραμμίζοντας ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε αντιληφθεί ότι η Ελλάδα είχε μόνον δύο επιλογές, ή τη συνεργασία με τα βαλκανικά κράτη, με τα οποία είχε αρχίσει μια μορφή συνεργασίας, (Σερβία Βουλγαρία) ή ουδετερότητα και θεώρησε την προσέγγιση με τη Βουλγαρία το έλασσον κακόν.

   Την επιστημονική συνάντηση συντόνισε ο καθηγητής Σύχρονης Ελληνικής Ιστορίας του ΑΠΘ, αντιπρόεδρος του ΙΜΧΑ Ιωάννης Μουρέλος και χαιρετισμό στους συμμετέχοντες απηύθυναν ο πρόεδρος του ΙΜΧΑ, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Ιωάννης Τσεκούρας και ο πρόεδρος του Παραρτήματος Μακεδονίας του Εθνικού Ιδρύματος "Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Κώστας Νικολαράκος.

   "Η Θεσσαλονίκη γιορτάζει τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της σχεδόν όλοι ο φορείς έτσι και το ΙΜΧΑ το ιστορικό ίδρυμα, έχουν αισθανθεί την ανάγκη να διοργανώσουν εκδηλώσεις που σχετίζονται με αυτή την εκατονταετηρίδα της απελευθέρωσης" δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Τσεκούρας.

   Το ΔΣ του ΙΜΧΑ, όπως υπογράμμισε, αποφάσισε να διοργανώσει την εκδήλωση με τη συγκεκριμένη θεματολογία και επιπλέον έχει μία ακόμη παρουσία σε σχέση με τα 100 χρόνια, θα εκδώσει έναν τόμο τον επόμενο χρόνο ιστορικής φύσεως, αλλά και οικονομικά, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά θέματα με αφορμή τα 100 χρόνια.

   "Στόχος του ΙΜΧΑ είναι να ενημερώσει αν είναι δυνατόν τους νεότερους ανθρώπους γύρω από την ιστορία που διήλθε αυτή η πόλη στα 100 χρόνια. Ας ελπίσουμε επειδή θα δημοσιευθούν τα πρακτικά να μπορέσουν να τα διαβάσουν περισσότεροι άνθρωποι απ' όσους μπορούν να παρευρεθούν σε μία κλειστή εκδήλωση" τόνισε ο πρόεδρος του Ιδρύματος.

   Κατερίνα Γιαννίκη© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ.
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ