2012-12-16 16:22:03
Φωτογραφία για Η ελληνική επιτραπέζια ελιά κατακτά το εξωτερικό
Περιζήτητες είναι οι ελληνικές επιτραπέζιες ελιές στην παγκόσμια αγορά, γεγονός που εξασφαλίζει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης για τους Ελληνες ελαιοπαραγωγούς Οι εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς κινούνται ανοδικά και το 2011 κατέγραψαν αύξηση 10,5%, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2012 η αύξηση έφτασε το 25%. Ανοδικά εκτιμάται ότι θα κινηθούν και φέτος οι εξαγωγές μας, καθώς η ισπανική παραγωγή είναι σημαντικά μειωμένη, όπως και η παραγωγή της Ιταλίας.

Η Ελλάδα σήμερα εξάγει επιτραπέζιες ελιές σε 35 χώρες σε όλο τον κόσμο. Μεγάλη είναι η ζήτηση από τις ΗΠΑ και ακολουθούν η Γερμανία, η Ιταλία και η Αυστραλία, ενώ ανοδικά κινείται και η αγορά της Ιαπωνίας. Σημειώνουμε ότι το 2011 εξήχθησαν συνολικά 118.000 τόνοι βρώσιμων ελιών και εισέρρευσαν 239 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι επιτραπέζιες ελιές της χώρας μας βρίσκονται στην πρώτη θέση του πίνακα των ελληνικών προϊόντων που εξήχθησαν το 2011 στις ΗΠΑ. Οι ποσότητες κατέγραψαν αύξηση κατά 13,7% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.


Η συνολική αξία τους έφτασε στα 99,65 εκατ. δολάρια (σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου και τη Στατιστική Υπηρεσία των ΗΠΑ τα οποία επεξεργάστηκε το γραφείο οικονομικών και εμπορικών υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη).

Ομως, για να είναι ανταγωνιστικό το προϊόν και κυρίως για να εξασφαλίσει σίγουρο κέρδος ο Ελληνας παραγωγός ελιάς, θα πρέπει να εξάγεται τυποποιημένο και πιστοποιημένο.

Η πιστοποίηση είναι βασική προϋπόθεση για την υπεραξία του προϊόντος, καθώς αποδεικνύει ότι είναι πλήρως ελεγμένο και ότι έχουν ακολουθηθεί οι κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής κατά τη διαδικασία παραγωγής του είτε πρόκειται για βιολογική καλλιέργεια, είτε για ολοκληρωμένη διαχείριση (έλεγχος για υπολείμματα φυτοφαρμάκων κ.λπ.).

Οπως μας λέει ο παραγωγός κ. Ευάγγελος Κάλτσας, «το τυποποιημένο- πιστοποιημένο προϊόν αποκτά υπεραξία, καθώς είναι εγγυημένης ποιότητας και οι καταναλωτές αναζητούν στο ράφι σήμερα προϊόντα πιστοποιημένα».

Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα κιλό ελιές χύμα πωλούνται μόλις 1,5 ευρώ το κιλό, όταν το κιλό η τυποποιημένη ελιά πωλείται προς 6,5 ευρώ το κιλό.

Στο εύλογο ερώτημα ότι για να στηθεί μια μονάδα τυποποίησης απαιτούνται σημαντικά κεφάλαια, ο κ. Κάλτσας συμβουλεύει τους παραγωγούς να εστιάσουν στο brand και στην ποιότητα του προϊόντος τους και για το κομμάτι της τυποποίησης να συνεργαστούν με μονάδες που έχουν τις απαραίτητες πιστοποιήσεις και την τεχνογνωσία. Με τον τρόπο αυτόν, χωρίς να δεσμεύσει κάποιος κεφάλαια, μπορεί να έχει πιστοποιημένο προϊόν. Και συμπληρώνει χαρακτηριστικά: «Το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι οι παραγωγοί μας να αποκτήσουν κατάρτιση στην τεχνολογία τροφίμων και στην προώθηση του προϊόντος.

Το τυποποιημένο και πιστοποιημένο προϊόν αποκτά αυτομάτως υπεραξία και έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στη διεθνή αγορά. Και εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας, καθώς πάνω από το 75% των εξαγωγών βρώσιμης ελιάς είναι χύμα.

Το πρώτο τρίμηνο φέτος το μεγαλύτερο κομμάτι των εξαγωγών, δηλαδή το 23,21%, κατευθύνθηκε στις ΗΠΑ οι οποίες παρουσιάζουν θετική μεταβολή της τάξης του 64,8% (5.448,45 τόνοι φέτος, έναντι 3.719,87 το 2011).

Δεύτερος μεγάλος προορισμός των επιτραπέζιων ελιών μας είναι η Γερμανία, με 17,39% στο σύνολο των εξαγωγών μας και τη θετική μεταβολή του 33,64% σε σχέση με πέρυσι (4.796,81 τόνοι το 2012, έναντι 3.588,51 τόνων το 2011). Ακολουθούν: η Ιταλία (7,38%), η Αυστραλία (7,38%), η Ρουμανία (6,79%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (4,05%).

Καρποφορεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Η ελιά είναι ένα από τα λίγα αυτοφυόμενα δέντρα στη μεσανατολική περιοχή και σ' όλη τη μεσογειακή λεκάνη, που έχουν όμως διαδοθεί και σε πολλές άλλες περιοχές της υφηλίου με εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες ανάλογες με κείνες του μεσογειακού χώρου. Αυτόστειρη και ανεμόφιλη αλλά και προικισμένη από μια εύπλαστη κληρονομική ουσία που μεταλλάσσεται εύκολα, πέρασε γρήγορα μέσω του υβριδισμού από το στάδιο της αγριελιάς στην ήμερη μορφή της. Τα χαρακτηριστικά αυτά της επέτρεψαν να προσαρμοστεί σε διάφορες περιοχές και να αναπτύξει πλήθος ποικιλιών που από την αρχαιότητα τράβηξαν την προσοχή των καλλιεργητών αλλά και των ανθρώπων της σκέψης.

Στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορες ποικιλίες ελιών. Ανάμεσά τους οι πιο γνωστές και οι πιο συνηθισμένες είναι η λαδολιά, το μανάκι, η κορωνέικη και η αθηνολιά. Κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης όλοι οι καρποί των ελιών αλλάζουν χρώμα από πράσινο σε βιολετί και τέλος σε μαύρο.

Οσο ωριμάζει ο καρπός της ελιάς, η ποσότητα των αρωματικών συστατικών μειώνεται.

Για την ιστορία αναφέρουμε ότι πρώτος ο Θεόφραστος (τον 3ο π.Χ. αιώνα) προσπάθησε να πραγματοποιήσει μια πρώτη ταξινόμηση των ποικιλιών της ελιάς και διαπίστωσε τη δυσκολία του έργου. Η τελευταία προσπάθεια εντόπισης και ταξινόμησης των ποικιλιών ανήκει στη FAO (1998), η οποία εντόπισε 538 ποικιλίες ελιών ελαιοπαραγωγής και επιτραπέζιων με 1.300 συνώνυμα.

Οι πιο γνωστές ποικίλιες

Κορωναιΐκη: Είναι η πιο γνωστή ποικιλία ελιάς στην Ελλάδα αφού της αντιστοιχεί το 60% της ελληνικής παραγωγής. Εχει μικρό μέγεθος και ωριμάζει από τον Οκτώβριο μέχρι το Δεκέμβριο. Το βάρος της είναι από 0.3 έως 1.0 γραμμάρια και το ύψος της από 12 έως 15 χιλιοστά. Παρά το γεγονός ότι το κορωναίικο δέντρο χρειάζεται ελάχιστη φροντίδα και μπορεί να αντέξει σε χαμηλές θερμοκρασίες, είναι αυτό που δίνει την καλύτερη ποιότητα λαδιού σε σχέση με άλλες ποικιλίες.

Αθηνολιά: Η ποικιλία αυτή ωριμάζει αργά και η συγκομιδή της γίνεται από το τέλος Δεκεμβρίου έως τις αρχές Ιανουαρίου. Ο καρπός της είναι μεσαίου μεγέθους με οβάλ σχήμα. Το λάδι από Αθηνολιά είναι εξαιρετικής ποιότητας με χαμηλή οξύτητα.

Λαδολιά (Τσουνάτη): Είναι μια ποικιλία που ανθίζει από το τέλος του Απριλίου μέχρι το τέλος Μαΐου. Ο καρπός της ωριμάζει από το τέλος Οκτωβρίου μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου. Η Λαδολιά έχει υψηλό δείκτη απόδοσης ελαιόλαδου εξαιρετικής ποιότητας με χαμηλή οξύτητα επίσης.

Καλαμών: Η καλύτερη εποχή για τη συγκομιδή της ποικιλίας αυτής είναι μεταξύ Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου. Η συγκομιδή γίνεται μόνο όταν το χρώμα του καρπού έχει γίνει εντελώς μαύρο. Είναι και παγκοσμίως η πιο γνωστή ελιά τραπεζιού.

Αμφίσσης: Η συγκομιδή της ποικιλίας αυτής εξαρτάται από το πόσο ώριμος είναι ο καρπός της. Το μέγεθος της ελιάς αυτής είναι επίσης αρκετά αυξημένο όπως αντιστοίχως και το βάρος της.

Χαλκιδικής: Η ποικιλία αυτή ωριμάζει σχετικά νωρίς και η συγκομιδή της γίνεται μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου. Ο καρπός της έχει χρώμα κιτρινοπράσινο και δεν αλλάζει σε μαύρο όπως γίνεται σε άλλες ποικιλίες. Εχει ασύμμετρο σχήμα και συνήθως χρησιμοποιείται ως ελιά τραπεζιού και πατέ όπως και η Αμφίσσης, αλλά συχνά τις βρίσκουμε και γεμιστές με αμύγδαλο ή πιπεριά.

Μανάκι: Η ποικιλία αυτή επίσης ωριμάζει με αργούς ρυθμούς και η καλύτερη εποχή για τη συγκομιδή της είναι από το τέλος Ιανουαρίου μέχρι τις αρχές του Φεβρουαρίου. Αυτό που χαρακτηρίζει το δέντρο Μανάκι είναι ότι αντέχει σε υψηλό υψόμετρο, όπου άλλες ποικιλίες εκτός από την Αθηνολιά δεν μπορούν να αποδώσουν.

iliaoikonomia.gr
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ