2012-09-21 07:45:38
Φωτογραφία για ΤΟ ΠΙΑΝΟ Δοκιμή για ένα σενάριο
Το πιάνο γράφτηκε σαν άρθρο, με τίτλο: Σενάριο,  στην εφημερίδα Φιλελεύθερος (στις 31 Αυγούστου  2008, σ. 11) με την εξής πρόταξη:

Η διατεταγμένη πολιτιστική ζωή της Κύπρου προχωρεί στις σίγουρες σιδηροτροχιές, που έβαλαν άλλοι για να οδηγούν τους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και διανοούμενους του τόπου. Οι ντόπιες και ξένες εξουσίες, οι επενδύσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, οι ντιρεκτίβες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα πολιτιστικά ιδρύματα διαφόρων πρεσβειών, με επιχορηγήσεις, χρηματοδοτήσεις και επιβραβεύσεις, προβολές και προσκλήσεις σε συνέδρια, σεμινάρια και φεστιβάλ, ξέρουν πως να επιβάλουν ορισμένη και περιορισμένη θεματογραφία που αναπαράγει ιδεολογία, εκείνη την ιδεολογία που είναι αρεστή στους  ξένους και συντείνει στο κλείσιμο του κυπριακού σύμφωνα με το σχέδιο Ανάν.

Δεν είναι τυχαίες όλες αυτές οι επαναπροσεγγιστικές ταινίες  με διατεταγμένη θεματογραφία και κραυγαλέα ιδεολογία, που εκφέρεται ακόπως και ευκόλως
. Οι άνθρωποι της Κύπρου ζουν τους σημερινούς ρυθμούς με όλες τις αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής και οι ταινίες που γυρίζονται στρέφουν την πλάτη στην κυπριακή πραγματικότητα και αναφέρονται σε ελληνοτουρκικές φιλίες με διάφορα σιροπιαστά και πιλαφοειδή σκευάσματα. Σχεδόν κάθε κυπριακή ταινία έχει μια βουκολική θέαση των σχέσεων και αντιθέσεων με την τουρκοκυπριακή μειονότητα και συνθηματολογεί ασύστολα.

Μπροστά σ’ αυτήν τη μιζέρια και κακομοιριά, ως άρνησή τους και αποφυγή τους, υποβάλλω και το ακόλουθο σενάριο και προσκαλώ τον σκηνοθέτη, που θα ευαισθητοποιηθεί από την ιστορία αυτή, για σεναριακή συνεργασία. Βασίζεται σε πραγματική ιστορία και μπορεί να δημιουργηθεί μια καλή ταινία μικρού μήκους.  Δεν πρόκειται για σενάριο εκκωφαντικών πολιτικών θέσεων, αλλά για σενάριο ανατρεπτικής ευαισθησίας.

Ακολουθούσε μετά η ιστορία που εδώ, τώρα, μεταποιείται σε μια πρωτοσεναριακή μορφή, που οπωσδήποτε θέλει δουλειά ακόμη πολλή, γι’ αυτό αναζητείται ο έμπειρος σεναριογράφος που μπορεί να το ολοκληρώσει. Σημειώνω ότι το άρθρο στα Φιλελεύθερο, με τίτλο: Σενάριο,το επέλεξε ο Χρ. Μιχαηλίδης, για τη στήλη του «Το αναγνωστικό της τελευταίας σελίδας” στην εφ. Η Ελευθεροτυπία, Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2008, σ. 56 (σχολιασμός και εκτενής αναδημοσίευση του κειμένου).

ΤΟ ΠΙΑΝΟ

Πρώτη σεναριακή μορφή

Πρόσωπα: Η γυναίκα 42 χρόνων

Ο πατέρας 75 χρόνων

Η θεία 70 περίπου

Μαρία, η κόρη 16 χρόνων

Έποικοι, Τούρκοι στρατιώτες

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ (μέρα)

Γραμμή αντιπαράταξης. Δίοδος στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Κόσμος στη σειρά, η κάμερα καταγράφει τις διαδικασίες για το πέρασμα στην αντίπερα όχθη.

Κεντρώνει σε μια παρέα τριών, ο πατέρας, η θεία, η γυναίκα. Ουρά, στριμωξίδι.

Γυναίκα:  Δες πια που καταντήσαμε, να δείχνουμε διαβατήρια για να πάμε στον τόπο μας.

Δείχνει διστακτική να προχωρήσει.

Πατέρας: (με ήρεμη και αποφασιστική αξιοπρέπεια): Τα συζητήσαμε αυτά, χτες. Πήραμε την απόφασή μας, δεν έχει άλλες κουβέντες.

Η γυναίκα ακολουθεί.

Στο αυτοκίνητο. Οδηγεί ο  πατέρας, η θεία κάθεται πίσω.

Ο πατέρας: Είμαι 75 χρονών, θέλω να δω τον τόπο μου.

Η ταινία προχωρεί χωρίς άλλα λόγια. Μόνο εκφράσεις στο πρόσωπο των τριών.

Επιστρέφουν στον τόπο τους, πρώτη φορά ύστερα από τον πανικό της εισβολής και τη φυγή τους, πριν από τριάντα χρόνια. Παρατηρούν τις αλλαγές, τα κατοχικά στρατεύματα της Τουρκίας που σεργιανούν με βεβαιότητα κατόχου, τους έποικους, μα όλα τα συναισθήματα τα καταστέλλουν γιατί σε λίγο θα πραγματοποιηθεί η ελπίδα τόσων χρόνων. Φτάνουν έξω από την αυλή  τους, χτυπούν την πόρτα όμως τους διώχνουν σκαιότητα, δεν θέλουν οι κατοχικοί ένοικοι να τους αφήσουν να μπουν. Φεύγουν με βαρύθυμα συναισθήματα, αποδιωγμένα σκυλιά. Ο πατέρας κατηφής συνοδεύει τη θεία. Προχωρούν στα διπλανά σπίτια, σε απόσταση εκατόν μέτρων, είναι το σπίτι της θείας. Η γυναίκα μένει κάτω από μια ακακία, και τους περιμένει πληγωμένη. Επιστρέφουν. Η γυναίκα μπαίνει στο αυτοκίνητο, είναι προφανές ότι θέλει να φύγουν αμέσως.

Πατέρας: Μας άφησαν για λίγο.

Η θεία: Σαν να το άφησα χτες. Τα έπιπλα είναι τα ίδια, και πολλά κάδρα στον τοίχο είναι δικά μας.

Πατέρας: Μας φέρθηκαν καλά.

Θεία: Έπρεπε να ερχόσουν και συ. Θέλησαν να μας κεράσουν, είναι από την Καισάρεια.

Η γυναίκα χαμογελά πικρά.

Γυναίκα: Πατέρα θυμάσαι που μου έφερες το πιάνο. Έλεγες με μυστήριο ύφος «ο Άης  Βασίλης θα φέρει φέτος κάτι καλό». Μου το έλεγες για βδομάδες πριν από την πρωτοχρονιά. Πήγαινα και μελετούσα στο πιάνο της κυρίας Έρσης μέχρι τότε κι όταν την παραμονή ήρθε το φορτηγάκι με το πιάνο… Μεγαλεία!!!

Ο πατέρας (όπως μπαίνουν στο αυτοκίνητο): Φύγαμε με μια τσάντα ρούχα, με τη ψυχή στο στόμα. Στο σπίτι του Αντώνη μαζεύτηκαν όσοι δεν πρόλαβαν, για να είναι όλοι μαζί. Τους μισούς τους καθάρισαν. Μικρούς και μεγάλους. Η μάνα σου τους έκανε μνημόσυνο όλους, μέχρι τη χρονιά που πέθανε. Αντωνίου, Δήμητρας, Βασιλείου, Γεωργίου, Μαρίας, Μαρίας, Γρηγορίου……..

Η γυναίκα: (σκουπίζοντας τα μάτια) Να δούμε τι έγινε με τον Νίκο και τη Μαρία. Η Μαρία ήταν άνετη, προτίμησε να πάει με τον πατέρα της στην Άσσια, εσύ θα βάζεις τα κλάματα και δεν μ αρέσει, μου έλεγε, ο πατέρας θα είναι πιο ήρεμος.

Πατέρας (παππούς της Μαρίας): Έλα, σου είπε το κορίτσι ότι την επόμενη φορά θα ερχόταν μαζί σου. Να δει και το σπίτι που μεγάλωσες κι εσύ. Τώρα πήγε με τον πατέρα της.

Γυναίκα: Θα έρθω και με τον Θόδωρο, το καλοκαίρι που θα είναι εδώ, ίσως τότε μας αφήσουν.

Επιστρέφουν σπίτι, η Μαρία ενθουσιασμένη: Πήγαμε στο χωριό του μπαμπά. Είδαμε πολλά.

Κοιτάζει τη μάνα της:

-Τι έγινε;

Δυο τρεις μέρες αργότερα:

Η γυναίκα συζητά με την κόρη της για την εμπειρία της, που της απαγόρεψαν να μπει στο σπίτι της. Την πιέζει, όμως, να σταματήσουν τη συζήτηση, γιατί έχει τις εξετάσεις του Ωδείου και πρέπει να προετοιμαστεί. Η εξέταση θα είναι σε μερικά κομμάτια του Μπετόβεν. Η μικρή κάθεται στο πιάνο και παίζει. Παίζει το έργο του Μπετόβεν για πιάνο, τις Παραλλαγές, αρ. 76.

Γυναίκα: Στις εξετάσεις του Ωδείου, το ίδιο έπαιξα κι εγώ, το 76 του Μπετόβεν, τις παραλλαγές για το πιάνο. Όμως εγώ πήρα το πιάνο στα δέκα μου, έπαιξα για τρία χρόνια και τώρα το έχουν οι έποικοι.

Μαρία: Εν τάξει, μας τ’ αρπάξανε, αλλά θα μείνουμε στο παράπονο; Και με τη Σμύρνη τα ίδια γίνανε και πέρυσι σχεδιάζατε να πάμε ταξίδι με ένα φτηνό τουριστικό πακέτο. Η ζωή συνεχίζεται.

Γυναίκα: Δεν πεθάναμε ακόμη. Ούτε γω ούτε ο παππούς σου. 43 χρονών είμαι.

Η μικρή είναι ανήσυχη με τη συμπεριφορά της μάνας της, καταλαβαίνει ότι κάτι σχεδιάζει, παρακολουθεί τις αντιδράσεις της, συζητά μαζί της.

Μαρία: Ο Γιώργος μου τηλεφώνησε, η αδελφούλα σου κι ο σύζυγος της αποφάσισαν να πάνε κι αυτοί. Κι ο Γιώργος. Θα πάω μαζί τους, να δω και τον τόπο σου.

Γυναίκα: (στο τηλέφωνο) Το αποφασίσατε. Εγώ καλύτερα να μην πήγαινα.

Συνεχώς τονίζει στην κόρη της να παίξει το κομμάτι του Μπετόβεν, αυτό που εξετάστηκε στο Ωδείο και ήταν το τελευταίο κομμάτι που έπαιξε στο σπίτι της πριν φύγουν κυνηγημένοι. Της τονίζει ότι στην Κύπρο όλα μπορείς να τα χάσεις, όχι όμως το μυαλό ή το ταλέντο σου.

_Είχαμε τόση περιουσία στου Μόρφου. Σε μια μέρα τα χάσαμε όλα.

Γι’ αυτό πρέπει να μελετά συνέχεια. Αύριο μπορεί να χάσουμε και τα άλλα. Εσύ με το προφίσιενσυ, που σ’ ένα χρόνο θα το πάρεις, μπορείς στην Ελλάδα να διδάξεις αγγλικά, ή ακόμη, σε λίγο καιρό, και πιάνο.  Οι Τούρκοι δεν μπορούν αυτά να σου τα πάρουν. Πως ορθοποδήσαμε όταν τα χάσαμε όλα; Ο πατέρας σου τέλειωσε τη σχολή Δοξιάδη, σχεδιαστής. Τα άφησε κι ασχολιόταν με την επιχείρηση του παππού σου στη Μόρφου. Όταν τα χάσαμε όλα θυμήθηκε τη σχολή Δοξιάδη, πήγε στον Παρασκευαϊδη, που τον πήρε στη Σαουδική Αραβία. Σχεδιαστή σ’ αυτά που έκτιζε εκεί. Κι ο Θόδωρος διάλεξε καλή σπουδή, ο αδελφός σου θα τα καταφέρει.

Η κόρη παίζει το κομμάτι που θα εξεταστεί κι αυτή.

Η γυναίκα όλη την εβδομάδα είναι ανήσυχη και απρόβλεπτη, κάτι τη συνεπαίρνει και τη βασανίζει, την επόμενη Κυριακή επιστρέφει μόνη της στα κατεχόμενα, χωρίς να το πει σε κανένα δικό της. Φτάνει ξανά στη γενέτειρά της και καραδοκεί έξω από το σπίτι. Ο σκοπός της να μπει μέσα έστω και χωρίς την άδεια αυτών που το κατακρατούν, να ρίξει μια ματιά στο χώρο όπου έζησε παιδί και να φύγει ήσυχα. Μπαίνει προσεκτικά στην αυλή, ανοίγει την πίσω πόρτα της κουζίνας, προχωρεί διστακτικά, όμως όλα δείχνουν ότι στο σπίτι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει κανένας.

Μπαίνει στα επόμενα δωμάτια ακροποδητί, η συγκίνηση την κατακλύζει όπως πολλά έπιπλα του σπιτιού, μα και κάδρα, είναι στη θέση τους ακόμα. Η οικεία εικόνα του σπιτιού που μεγάλωσε είναι εκεί, παρούσα. Πατρίδα είναι ο τόπος όπου βλάστησαν τα πρώτα χρόνια της ζωής σου. Και η πατρίδα της είναι εδώ, εδώ έζησε  τα χρόνια που συγκροτούσε τον προσωπικό της κόσμο, τη δική της ευαισθησία, το δικό της ήθος. Μα το πιο συγκλονιστικό ήταν το πιάνο. Της το αγόρασε ο πατέρας της όταν ήταν δέκα χρόνων, δυο χρόνια μετά που ξεκίνησε τα μαθήματα στο Ωδείο. Μεγάλο και ανεπανάληπτο δώρο για την εποχή εκείνη. Είναι στην ίδια θέση όπως τότε, πριν τριάντα χρόνια. Το αγγίζει σαν χάδι, ανοίγει το σκονισμένο καπάκι και τα δάκτυλα ακουμπούν τα πλήκτρα απαλά και αθόρυβα. Ήρθε για να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο σπίτι που μεγάλωσε και να φύγει ήσυχα. Μα το πιάνο τώρα δεν την αφήνει. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια, μόνο, κλεφτή ματιά, ένα κύμα άρνησης της μιζέριας και της βαρβαρότητας τη συνεπαίρνει. Αρνείται κάθε καταθλιπτική κατάσταση και ξέροντας τις συνέπειες κάθεται μπροστά στο πιάνο, στο πιάνο της, τα δάκτυλά της με περπάτημα πουλιού ανιχνεύουν τα πλήκτρα όπως τότε, πριν από τριάντα χρόνια, αρχίζουν απαλά οι πρώτες νότες από μερικές μουσικές φράσεις του Μπετόβεν, αυτές που έπαιζε η κόρη της την προηγούμενη μέρα για τις εξετάσεις της, αυτές που έπαιξε και κείνη στο σπίτι πριν να φύγει διωγμένη.

Ξεχύνονται μέσα κι έξω απ’ το σπίτι νότες μουσικής ευαισθησίας, νότες καλλιέργειας, νότες ελευθερίας. Σε λίγο ορμούν μέσα και τη συλλαμβάνουν.

Όταν τη συλλαμβάνουν και προχωρούν για να μπει στο όχημα των κατοχικών δυνάμεων, τότε ακούγεται το ίδιο κομμάτι του Μπετόβεν.

Η γυναίκα αλαφιασμένη, σαν σε μέθεξη, ενώ διπλώθηκε να μπει στο όχημα, ανασηκώνεται ξαφνιασμένη, λίγο τρομαγμένη και λέει ερωτηματικά:

-Μαρία!!!;;;

Η εικόνα δείχνει την κόρη της στο πιάνο του σπιτιού τους στη Λευκωσία, να παίζει Μπετόβεν, με έξαρση και μεταρσίωση. Είναι εμφανές ότι η κόρη, ανήσυχη από τη στάση και συμπεριφορά της μάνας της, την παρακολουθεί, καταλαβαίνει τι πάει να κάνει και παίζει το ίδιο κομμάτι, σαν συμπόρευση, συμπαράσταση και εμμονή στη διεκδίκηση.

ΤΕΛΟΣ

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΥ

http://savvaspavlou.wordpress.com/
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ